Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Ψυχή μου...


Ψυχή μου, ψυχή μου,
ανάστα, τι καθεύδεις;;
το τέλος εγγίζει
και μέλλεις θορυβείσθαι.
Ανάνηψον ουν, ίνα φείσηταί σου Χριστός ο Θεός,
ο πανταχού παρών
και τα πάντα πληρών.

Άγ. Ανδρέας Κρήτης

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

Βουλιάζω Κύριε...


Βουλιάζω Κύριε,
μες στα θολά νερά της λίμνης των αμαρτημάτων μου.
Ξέρω, μ’ αξίζει να πνιγώ!
Όμως Εσύ,
σαν το χαμένο πρόβατο της ποίμνης σου με ψάχνεις.
Σ’ ακούω να λες
«Θαρσείτε, είμαι Εγώ!»
Στα κύματα επάνω μου λέει το πρόσταγμά σου να πατήσω…
κι ο ολιγόπιστος εγώ θα κλονιστώ
σαν άλλος Πέτρος.
Και ίδιος ο πόνος στην καρδιά Σου θα ‘ναι.
Μα εγώ
και πάλι στο έλεος Σου θ’ αφεθώ…

(αγνώστου)

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Παιδί μου…


Ξέρω τις δυσκολίες σου,
τους αγώνες σου,
την πάλη της ψυχής…
Τα λάθη σου,
τις πτώσεις σου…

Κι όμως σου λέω:
«Δος μου την καρδιά σου όπως είναι».
Αν περιμένεις να γίνεις άγγελος,
δε θα μ’ αγαπήσεις ποτέ…
ακόμα κι αν πέφτεις συχνά στα ίδια λάθη,
αν είσαι αδέξιος στην άσκηση της αρετής,
έλα κοντά μου…
Θέλω την καρδιά σου.
Σ’ αγαπώ όπως είσαι…

Όταν θα πρέπει να υποφέρεις,
θα σου δώσω δύναμη.
Όταν θα πρέπει να αγωνιστείς,
θα σου δώσω θάρρος.

Μη δειλιάσεις!

Σήμερα στέκομαι στην πόρτα της καρδιάς σου.
Χτυπάω και περιμένω.
Αγάπησέ με όπως είσαι.

Αν περιμένεις να γίνεις ΆΓΙΟΣ,
δεν θα μ’ αγαπήσεις ΠΟΤΕ!!!

(αγνώστου)

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010


Σε μια ψυχή...


Ψυχή αδερφή, που μου άνοιγες, βιβλίο, τους λογισμούς σου
κι έναν καιρό μιλούσαμε κι οι δυο την ίδια γλώσσα,
στην εναγώνια ζήτηση τα πόδια σου αιματώσαν,
κι είν’ η καρδιά σου όλη πληγές κι όλος σκοτάδι ο νους σου.

Τι σούχει μείνει; Εξόριστη σ’ άγονη στείρα γη,
μόνο που κάνεις στο κενό μ’ απελπισιά σινιάλο,
κι είν’ η καρδιά σου που πονεί βαθιά και νοσταλγεί
ναρθεί πια το λυτρωτικό μήνυμα, το μεγάλο!

Ψυχή αδερφή, κουράστηκες, το δείχνει ως κι η φωνή σου,
κουράστηκες κι απόμεινες μεσοστρατίς να κλαις.
Μα αν κάποιους ήχους προσδοκάς ναρθούν να σου μιλήσουν,
τι τράβηξες τις θύρες σου και κλείσανε διπλές;

Ψυχή αδερφή, το μήνυμα που καρτερείς να φθάσει,
τι λες; Μην τύχει κι έφθασε απ’ την πατρίδα πέρα;
Στήσε το αυτί! Κάποια κρυφά μιλήματα ίσως πιάσει,πούρχονται απ’ τ’ άπειρο, για σε σταλμένα απ’ τον Πατέρα.

Γ. Βερίτης

Μπροστά στο Σταυρό Σου..


«… Λυτρωτή μου, δεν αγαπάς τους ανθρώπους λιγότερο, όταν πονάς εξ αιτίας τους, από ό,τι τους αγαπούσες προτού σου προκαλέσουν αυτήν την οδύνη. Μέσα στην καρδιά, στο κέντρο της αμαρτίας μου –μισώντας αυτήν την αμαρτία- μ’ αγαπάς μ’ έναν τρόπο πολύ πιο αισθητό, με μιαν αγάπη που με τρυπάει πέρα ως πέρα…
… Κύριε, στέκομαι κάτω από το Σταυρό Σου μαζί με τη Μητέρα Σου, μαζί με τον αγαπημένο μαθητή, μαζί με τις γυναίκες που Σου έμειναν πιστές.
Τολμώ να υψώσω τα μάτια μου σε Σένα και ν’ ατενίσω τη θυσία Σου. Σ’ αυτό το αντίκρισμα μαθαίνω ό,τι δεν κατόρθωσα να μάθω ούτε και μέσα στα κείμενα του Ευαγγελίου.
Τα πόδια Σου είναι καρφωμένα στο ξύλο. Ο Σταυρός Σου είναι το πατητήρι όπου πατήθηκε το αληθινό σταφύλι. Ενώ μπορείς, δεν θέλεις να φύγεις. Σ’ αυτή τη συνάντηση που μου όρισες με περιμένεις. Καρφωμένος στο Σταυρό υποτάσσεις τον εαυτό Σου σ’ αυτήν την αναμονή μου. Μπορεί να μην έλθω. Μα Συ είσαι εκεί και μένεις εκεί όπου αφέθηκες να Σε καρφώσουν.
Τα χέρια Σου είναι απλωμένα. Ανοίγουν για να καλέσουν όλους τους ανθρώπους. Δεν θέλουν να κλείσουν. Τα καρφιά τα κρατούν σ’ αυτή τη στάση που προκαλεί και αγκαλιάζει. Μου λένε σιωπηλά: «Έλα».
Το κεφάλι είναι γυρμένο. Το γέρνεις σε μια κίνηση που προσκαλεί. Αποδέχθηκες και συγκεφαλαίωσες τη θέληση του Θεού, συνεπώς τη δική Σου ως Υιού, του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Κλίνεις το κεφάλι σαν δείγμα υποταγής σ’ αυτό που απαιτεί η αγάπη των Τριών προς τους ανθρώπους.
Ταυτόχρονα το κεφάλι είναι γυρμένο προς αυτούς που βρίσκονται εκεί μπροστά Σου. Προς αυτούς που Σε αγάπησαν και προς εκείνους που φώναξαν «σταύρωσον αυτόν». Είναι γυρμένο προς αυτούς που πονούν και πορεύονται στενάζοντες, προς εκείνους που αναζητούν χωρίς να το καταλαβαίνουν.
Τα μάτια Σου τώρα έχουν κλείσει. Μέσα στο ίδιο εσωτερικό όραμα βλέπουν τον Πατέρα και τους ανθρώπους. Προς τα δύο αυτά αντικείμενα της αγάπης Σου κατευθύνεται τώρα ολόκληρη η ύπαρξή Σου.
Το αίμα κυλάει απ’ το μέτωπό Σου, απ’ τα χέρια Σου, απ’ το μαστιγωμένο σώμα Σου. Κυλάει αργά σε κόκκινα ρυάκια. Θα τρέξει επίσης κι απ’ την τρυπημένη πλευρά Σου, σαν να είχε διαρραγεί η καρδιά Σου κάτω απ’ την πίεση της οδυνωμένης αγάπης Σου. Το ποτήρι χύνεται σε σπονδή.
Ο ακάνθινος στέφανος πληγώνει το κεφάλι Σου. Τοποθετημένα κυκλικά αυτά τα αγκάθια μοιάζουν με τις αμαρτίες των ανθρώπων τις συγκεντρωμένες και τοποθετημένες τη μία δίπλα στην άλλη προκειμένου να φορτωθούν επάνω Σου. Όλες οι αμαρτίες των ανθρώπων δεμένες μαζί. Ο εβραίος ιερεύς απλώνοντας τα χέρια απέθετε τις αμαρτίες στο κεφάλι του εξιλαστήριου θύματος. Το ίδιο και οι άνθρωποι. Έβαλαν με τα χέρια τους το στεφάνι των αμαρτιών τους στο ευγενικότερο τμήμα του σώματός Σου, στο κεφάλι Σου.
Μα γύρω απ’ το κεφάλι αυτό βλέπω ακτίνες φωτός. Ένας χρυσός φωτοστέφανος τυλίγει το μέτωπό Σου το ματωμένο. Αυτή η λάμψη δίνει το νόημά της στην οδυνηρή θέα. Εάν δεν την διέκρινα, θα σχημάτιζα μιαν ατελή εικόνα του Εσταυρωμένου. Διότι ο Εσταυρωμένος είναι Κύριος και Λυτρωτής.
Ιησού, μπροστά στο Σταυρό Σου δεν μιλάω πια ούτε καν σκέπτομαι. Έχω στηλώσει σε Σένα τα μάτια και σε κάθε αναπνοή μου, σε κάθε κτύπο της καρδιάς μου, θα ήθελα να χαραχθεί πιο βαθιά μέσα μου η εικόνα Σου. Έλα, χαράξου λοιπόν μέσα μου, ω Εσταυρωμένε, που ακτινοβολείς. Συ, που τα καρφιά καθήλωσαν πάνω στο Σταυρό, έλα να καρφωθείς στο σώμα μου, να καθηλωθείς στην ψυχή μου. Ας ήταν να μπορούσα να Σ’ έχω πάντα μαζί μου, να Σε σφίγγω επάνω μου, Εσένα τον Αγαπημένο.
(Δεν θα μας καταλάβουν. Θα μιλήσουν για νοσηρή φαντασία. Μα είμαστε μαζί, Εσύ κι εγώ.)
Είμαι δικός Σου. Είμαι δικός Σου. Είμαι στα χέρια Σου. Δεν μπορώ παρά να ψελλίσω και να επαναλάβω αυτές τις λέξεις. Ας είσαι η σφραγίδα που εσφράγισε την καρδιά μου και τις αισθήσεις μου. Αυτή η εικόνα η τόσο αγαπημένη –τα χέρια Σου απλωμένα στο Σταυρό- ποτέ ας μη μ’ αφήσει. Ας με σώζει στις ώρες του πειρασμού. Ας μην την αφήσω ποτέ να σπάσει ή να παλιώσει. Η σταθερότης και η διάρκειά της μέσα μου ας μου επιτρέψουν στο κλείσιμο της ημέρας μου, στο κλείσιμο της ζωής μου να πλησιάσω τρέμοντας, αλλά χαρούμενος τη γραμμή αυτών που θα έχουν κλήρο στη Βασιλεία Σου…

(από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 123, 124-127)

Ει τις θέλει...


«… Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ΄, 24). Οι τρεις φάσεις της μεταστροφής του μαθητού του Ιησού: απάρνηση, άρση του σταυρού και πορεία πίσω από το Διδάσκαλο.
Παιδί μου, απαρνήσου πρώτα κάθε τι δικό σου.
Κύριε, σου δίνω τα πάντα.
Δεν φθάνει, παιδί μου, να μου δώσεις κάθε τι που σου ανήκει. Θέλω εσένα τον ίδιο. Δος μου την καρδιά σου.
Κύριε, σου δίνω την καρδιά μου. Πάρε την καρδιά μου και όλη μου την ύπαρξη.
Και τώρα, παιδί μου, πάρε το Σταυρό σου. Όχι αυτόν που φαντάζεσαι ή επιθυμείς, αλλά εκείνον που Εγώ θα βάλω στους ώμους σου.
Κύριε, δέχομαι όλους τους σταυρούς που θα θελήσεις να μου δώσεις. Δος μου τη δύναμη να τους κρατήσω.
Παιδί μου, μη λες τους σταυρούς, σαν να υπάρχουν πολλοί. Δεν υπάρχει παρά μόνο ο Σταυρός μου. Και ο Σταυρός σου δεν είναι παρά ο δικός μου Σταυρός προσαρμοσμένος στο πρόσωπό σου, στις δυνάμεις σου. Μερικοί μιλούν για «μικρούς σταυρούς». Δεν υπάρχουν τέτοιοι. Σ’ όποια μορφή κι αν είναι, τελικώς πρέπει να φορτωθείς το δικό μου Σταυρό.
Να τον φορτωθώ λοιπόν, Κύριε, αν μου δώσεις την απαραίτητη δύναμη.
Παιδί μου, δεν αρκεί να φορτωθείς το Σταυρό και να βαδίζεις πίσω μου. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι για να με ακολουθήσει κανείς είναι απαραίτητο να αίρει το Σταυρό μου. Μα πρέπει αν με ακολουθήσεις ως το τέλος. Ξέρεις που πηγαίνω: στο Γολγοθά. Ο Σταυρός που φέρω -και που φέρεις- είναι το όργανο της ζωής που έφθασε σε μια θυσία ως το θάνατο. Αφού μεταφέρεις το Σταυρό, πρέπει να ξαπλωθείς σ’ Αυτόν, να καρφωθείς, να πεθάνεις επάνω του. Θέλεις να μείνεις μαζί μου ως το τέλος; Θέλεις να φέρεις το Σταυρό μου ως το Γολγοθά; Κι εκεί δεν θέλεις να έχεις μετοχή στη Σταύρωσή μου;
Κύριε, δεν έχω τη δύναμη να σταυρωθώ μαζί Σου.
Παιδί μου, εκείνος που θα χάσει τη ζωή του εξ αιτίας μου θα την κερδίσει. Ξέρω ότι δεν είσαι έτοιμος. Η θυσία σε τραβά, αλλά δεν είσαι ακόμη ικανός γι’ αυτή. Θα ήθελα να σε προετοιμάσω. Κάθε πρωί δέξου προκαταβολικά το Σταυρό που η καινούρια μέρα σου προετοιμάζει. Δέξου τον μέσα στο πνεύμα της ολοκληρωτικής θυσίας του Γολγοθά, σαν ένα ακόμη βήμα προς το τέρμα ενός οδυνηρού δρόμου…

(από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 121-122)

Συ ακολούθει μοι...


… «Συ ακολούθει μοι» (Ιωάν. κα΄,22). Η τελευταία λέξη του Ιησού που αναφέρουν τα Ευαγγέλια. Είναι και πρώτη λέξη του Ιησού, στην όχθη της λίμνης. Την είπε τότε στον Πέτρο. Την ξαναλέει πάλι στον Πέτρο, στην όχθη της λίμνης, σαν τελευταία λέξη. Μια λέξη που περιέχει τα πάντα.
Ο Πέτρος όταν είχε κληθεί, δεν ήξερε τι σημαίνει το ν’ ακολουθεί κανείς τον Ιησού. Τώρα, μετά το Πάθος, μετά την προσωπική του πτώση, το ξέρει καλύτερα. Όμως δεν θα το μάθει τέλεια παρά μόνο μέσα στο μαρτύριό του. «Άλλος σε ζώσει…» (Ιωάν. κα΄,18).
Στο ηλιοβασίλεμα της ζωής –ακόμη και μιας ζωής απιστίας- όπως και στην ανατολή της, ο Ιησούς δεν παύει να μας απευθύνει το ίδιο μήνυμα. Ένα μήνυμα επιβλητικό, μεγαλειώδες, αλλά και σπλαχνικό: «Συ ακολούθει μοι…».
Κύριε, άκουσα τόσες φορές, τόσα χρόνια, στην πρόσκλησή Σου. Πόσες φορές δεν ρίχτηκα στην πορεία. Έπειτα έπεσα. Δεν συνέχισα. Ξανασηκώθηκα. Και πάλι έπεσα. Δεν μπορώ να πω ότι Σε ακολούθησα. Συχνά Σε έχασα από τα μάτια μου. Κι όμως πάντοτε ένιωθα ότι είσαι εκεί…
Σήκω πάλι! Ξανάρχισε!
Μα Κύριε, δεν θα με αποδοκιμάσεις; Κι οι αναρίθμητες φορές που Σε πρόδωσα;
Έλα κοντά μου, πίσω μου. Ακολούθησέ με.
Κύριε, θα μου κάνεις άλλη μια φορά –ίσως για τελευταία φορά- τη χάρη να με καλέσεις;
Ναι, παιδί μου. Θέλεις να ‘ρθεις;
Κύριε, έρχομαι…

(από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 143)

Γαλιλαία...


«… Οι μαθηταί είχαν πρωτοσυναντήσει τον Ιησού στη Γαλιλαία. Εκεί είχαν ακούσει την κλήση. Εκεί άρχισαν ν’ ακολουθούν το Σωτήρα. Η ανάμνηση των ημερών εκείνων θα είχε διατηρήσει μέσα στις ψυχές τους μιαν ανοιξιάτικη δροσιά και φρεσκάδα. Μετά τις απιστίες και τις πτώσεις των τελευταίων ημερών ο Ιησούς ήθελε να ξαναφέρει τους μαθητές Του στη φρεσκάδα και τη φλόγα των πρώτων. Λαχταρούσε να ξαναζωντανέψει μέσα τους η συγκίνηση, οι αποφάσεις της πρώτης τους συναντήσεως. Στην ατμόσφαιρα της Γαλιλαίας, που τη ζωντανεύει η παρουσία Του, θα συμπληρώσει την αποκάλυψή Του.
Στη ζωή του καθενός μας υπάρχει μία Γαλιλαία. Υπάρχει μία Γαλιλαία μέσα στη ζωή εκείνων που κάποια μέρα συνάντησαν το Λυτρωτή και Τον αγάπησαν. Γαλιλαία μου: η εποχή που συνειδητοποίησα ότι ο Ιησούς με κοίταξε και με καλούσε με τ’ όνομά μου. Πέρασαν χρόνια από τότε. Χρόνια φορτωμένα με αναρίθμητες αμαρτίες και πτώσεις. Θα μπορούσε κανείς να νομίσει ότι ξέχασα τον Ιησού. Όμως όχι! Όποιος ανταμώσει, έστω και μια φορά, τον Ιησού, δεν μπορεί να Τον ξεχάσει. Ο Ιησούς με προσκαλεί να ξαναγυρίσω στη Γαλιλαία της ψυχής μου. Να ανανεώσω εντός μου την προσωπική σχέση μαζί Του και τη θέρμη των πρώτων ημερών. Εκεί θα Τον ξαναδώ και πάλι.
Κύριε, θα ήθελα να επιστρέψω στη Γαλιλαία. Μα θα Σε βρω εκεί; Πώς να ξαναζεστάνω την ψυχή μου που κατάντησε τόσο κρύα; Η ανάμνηση της Γαλιλαίας μας θα κατορθώσει να ξαναδημιουργήσει τη συγκίνηση της πρώτης μας συναντήσεως;
«Προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν…» (Ματθ. κη΄,7). Παιδί μου, δεν θα χρειασθεί να κοπιάσεις, για ν’ αναπολήσεις την παρουσία μου. Θα κάνω κάτι περισσότερο από το να σε περιμένω απλώς στη Γαλιλαία των αναμνήσεων. Να! Προχωρώ μπροστά σου, «προάγω υμάς…», σε οδηγώ εκεί. Όταν η καρδιά σου προσηλωθεί και πάλι στη Γαλιλαία, θα αναγνωρίσεις πολύ εύκολα Αυτόν που σε οδηγεί. Τότε Εκείνος θα σου μιλήσει…

(από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 135- 136)

Λυτρωτή μου...


«Η πείρα των προσωπικών μου πτώσεων πρέπει να με κάνει πολύ ταπεινό. Ποτέ δεν μπορώ ν’ αποκλείσω το ενδεχόμενο μιας νέας πτώσεως. Πρέπει να θέτω στον εαυτό μου τρέμοντας το ερώτημα: «Θα εξακολουθήσω να προδίδω ακόμη; Ο προσεχής προδότης θα είμαι εγώ;»…
…Φτωχή ψυχή, λέει ο Κύριος, με ποθείς. Και ταυτόχρονα θέλεις να με παραδώσεις. Κι αυτό, γιατί ζητάς κάτι άλλο κι όχι Εμένα. Δεν μπορείς να με ποθείς και να με θέλεις αληθινά, αν δεν θέλεις μόνο Εμένα…
… Λυτρωτή μου, μέσα από τις κρυφές πληγές της ψυχής μου, μέσα από τις αμαρτίες, μου ανοίγεις το δρόμο σου για μένα.
Ιησού, είσαι παρόν στη διάπραξη της αμαρτίας μου. Όταν αμαρτάνω, είσαι ακόμη μέσα μου, σιωπηλός. Η παρουσία Σου καταδικάζει αυτό που κάνω. Μα ταυτόχρονα με καταλαβαίνεις και καταλαβαίνεις και την αμαρτία μου πολύ πιο βαθιά από ό,τι νιώθω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου και την αμαρτία μου. Διότι μου είσαι πολύ πιο οικείος από ό,τι είναι το εσωτερικότερο σημείο του εαυτού μου. Δεν μου είσαι ένας ξένος κριτής. Ενώνεσαι μ’ αυτόν που, αμαρτωλός, βρίσκεται μπροστά Σου. Όμως την ίδια στιγμή είσαι το εντελώς αντίθετο από ό,τι είμαι. Μα με τυλίγεις με μια παρουσία και με μια συμπόνια απέραντη.
Κύριε Ιησού, αυτή Σου η παρουσία, αυτή Σου η στοργή με κάνουν τη στιγμή ακριβώς που αμαρτάνω, μέσα στη διάπραξη της αμαρτίας μου και χωρίς να έχω θάρρος να τη διακόψω, να νιώθω ν’ ανεβαίνει απ’ τα κατάβαθά μου μια κραυγή. Μια κραυγή αγωνίας, αηδίας και ντροπής. Μια επίκλησή Σου, μια επίκληση του ονόματός Σου: Ιησού!
Κύριε, η παρουσία Σου στην πικρή ώρα της αμαρτίας μου είναι μια μεγάλη χάρη. Το χέρι Σου είναι απλωμένο, έτοιμο να με ανασύρει από την άβυσσο. Τι θα γίνω όμως, αν αρνηθώ αυτήν την έσχατη χάρη, που φθάνει να εκδηλώνεται και μέσα στην πτώση μου ακόμη;
Δεν εκφέρεις τυπικές αποφάσεις. Το πρόσωπό Σου, Κύριε Ιησού, είναι το δικαστήριο που με καταδικάζει. Μα το πρόσωπό Σου επίσης είναι διακήρυξη και πράξη χάριτος. Δεν θα υπήρχαν λόγια χάριτος και συγγνώμης, αν δεν υπήρχαν και λόγια καταδίκης…
… Εγώ αμαρτάνω και ο Ιησούς πεθαίνει. Η αμαρτία κλείσθηκε στην καρδιά του Χριστού. Ο Θεάνθρωπος γίνεται αυτός ο ίδιος ο αποδοκιμασμένος, ο καταδικασμένος. Για τον πιστό υπάρχουν ακόμη πολλά προς εξερεύνηση σε τούτο το μυστήριο (όσο μπορεί να εξερευνηθεί ένα θείο μυστήριο). Κύριε, άφησέ με να Σου μιλήσω γι’ αυτό…»

(από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 85- 87)